Κυριακή, 05 Ιούλιος 2009 00:05
Η διοίκηση της εφοδιαστικής αλυσίδας (Supply Chain Management ή SCM) αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής κάθε οργανισμού, που στοχεύει στη βελτίωση της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας του. Η διοίκηση της εφοδιαστικής αλυσίδας ολοκληρώνει τη διαχείριση του εφοδιασμού και της ζήτησης εντός μίας επιχείρησης αλλά και μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, με στόχο την παραγωγή και παράδοση ανώτερης ποιότητας στον τελικό καταναλωτή, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για την εφοδιαστική αλυσίδα συνολικά.
Λόγω του γεγονότος ότι η απόδοση της εφοδιαστικής αλυσίδας επιδρά άμεσα στην ποιότητα, στους χρόνους παράδοσης στον πελάτη και στα επίπεδα του αποθέματος, η διοίκηση της εφοδιαστικής αλυσίδας έχει άμεσο αντίκτυπο στα οικονομικά αποτελέσματα μίας επιχείρησης. Επιπρόσθετα η σύγχρονη τάση για ολοένα και αυξανόμενο βαθμό ολοκλήρωσης μεταξύ των δομικών στοιχείων μίας εφοδιαστικής αλυσίδας δημιουργεί την ανάγκη εκτίμησης της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της ολοκληρωμένης εφοδιαστικής αλυσίδας.
Στο παρόν άρθρο πραγματοποιείται η ομαδοποίηση και παρουσίαση με συστηματικό τρόπο των διαφορετικών μεγεθών μέτρησης της απόδοσης της εφοδιαστικής αλυσίδας, που περιλαμβάνει τόσο ποσοτικούς όσο και ποιοτικούς δείκτες. Εκτός από τα συνήθη κριτήρια του κόστους και της ποιότητας, επισημαίνεται η ανάγκη μέτρησης και άλλων δεικτών, που σχετίζονται με την εκμετάλλευση των πόρων, την ευελιξία, τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη και την καινοτομικότητα.
Το Πλαίσιο Μέτρησης της Απόδοσης της Εφοδιαστικής Αλυσίδας
Η μέτρηση της απόδοσης περιλαμβάνει την ανάδραση ή την πληροφόρηση για τις δραστηριότητες που εκτελούνται στο πλαίσιο της εφοδιαστικής αλυσίδας, με σκοπό την εκτίμηση του βαθμού ικανοποίησης των προσδοκιών των πελατών αλλά και των στρατηγικών στόχων. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι ο εντοπισμός των αναγκών για βελτίωση σε συγκεκριμένες περιοχές προβληματικής απόδοσης. Η χρήση δεικτών μέτρησης της απόδοσης της εφοδιαστικής αλυσίδας παίζει σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση της απόδοσης, στην οριοθέτηση στόχων και στον καθορισμό των μελλοντικών δράσεων για βελτίωση.
Παραδοσιακά, η μέτρηση της απόδοσης ορίζεται ως η διαδικασία ποσοτικοποίησης της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της μετρούμενης διαδικασίας, συστήματος ή επιχείρησης. Στη σύγχρονη διοίκηση επιχειρήσεων, η μέτρηση της απόδοσης ξεπερνά τα όρια των αμιγώς ποσοτικών και χρηματοοικονομικών μεγεθών, καθώς τίθεται το ερώτημα: «πώς μπορείς να διοικήσεις κάτι που δεν μπορείς να μετρήσεις;». Ετσι, από την οπτική της διοίκησης η μέτρηση της απόδοσης παρέχει την απαραίτητη πληροφόρηση για τους υπεύθυνους λήψης των αποφάσεων και τους υπεύθυνους των διαδικασιών. Πολύ δε περισσότερο, η μέτρηση της απόδοσης παρέχει την υποστήριξη στον προσδιορισμό της επιτυχίας και των δυνατοτήτων της εφαρμοζόμενης στρατηγικής, καθώς και τη διευκόλυνση της κατανόησης της υφιστάμενης κατάστασης. Ετσι, η ακριβής μέτρηση της απόδοσης βοηθά στο να ενταθεί η προσοχή της Διοίκησης σε θέματα αναθεώρησης των επιχειρησιακών στόχων και αναδιοργάνωσης των επιχειρησιακών διαδικασιών και επομένως βοηθά στη βελτίωση της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Οι δείκτες μέτρησης απόδοσης της εφοδιαστικής αλυσίδας διακρίνονται σε ποσοτικούς (quantitative) και ποιοτικούς (qualitative). Οι ποσοτικοί δείκτες μπορούν να μετρηθούν με χρήση αριθμητικών μεγεθών, και στην πλειοψηφία τους είναι χρηματοοικονομικοί δείκτες βασισμένοι σε στοιχεία κόστους και κέρδους ή και δείκτες μέτρησης του χρόνου. Οι ποσοτικοί δείκτες μπορούν γενικά να γίνουν εύκολα κατανοητοί. Για παράδειγμα το κόστος μετριέται σε ευρώ και όλοι συμφωνούν πως το μικρότερο κόστος είναι προτιμότερο. Το κόστος μαζί με το βαθμό αξιοποίησης των πόρων θεωρούνται από τα περισσότερα στελέχη επιχειρήσεων ως τα πιο σημαντικά μεγέθη που θα πρέπει να μετρώνται και να αξιολογούνται. Οι ποιοτικοί δείκτες δεν μπορούν να μετρηθούν αποκλειστικά με ποσοτικά κριτήρια αλλά είναι εξίσου σημαντικοί με τους ποσοτικούς δείκτες, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με το βαθμό ικανοποίησης των πελατών, τη ροή πληροφοριών και υλικών, την αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου και την απόδοση των προμηθευτών, καθώς μπορούν να μετρηθούν με τη χρήση αριθμητικών μεγεθών. Τα ποιοτικά κριτήρια, όπως είναι η εμπιστοσύνη και η διαφάνεια της πληροφορίας, αν και είναι περισσότερο σε εννοιολογικό επίπεδο, επιδρούν και αυτά εξίσου στην απόδοση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Στο περιβάλλον των εφοδιαστικών αλυσίδων, η εμπλοκή διαφορετικών επιχειρήσεων στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και τη διαφάνεια. Αυτές οι δύο έννοιες είναι σχετικά νέες αναφορικά με την απόδοση της εφοδιαστικής αλυσίδας, και ενώ αποτελούν ποιοτικά μεγέθη μπορούν να μετρηθούν. Επίσης άλλες δύο έννοιες αποκτούν μεγάλη σημασία στις μέρες μας για την ανάπτυξη μίας εφοδιαστικής αλυσίδας: η ευελιξία και η καινοτομία.
Ποσοτικά Μετρήσιμα Μεγέθη
Το Κόστος
Το κέρδος μίας επιχείρησης επηρεάζεται άμεσα από το κόστος της λειτουργίας της. Η σημασία του κόστους αναγνωρίζεται ως σημαντικός παράγοντας επηρεασμού της απόδοσης ενός οργανισμού και για το λόγο αυτό αποτελεί το σημαντικότερο μέγεθος που παρακολουθείται στις περισσότερες επιχειρήσεις. Το συνολικό κόστος αποτελεί άθροισμα διαφορετικών συνιστωσών. Κάθε συνιστώσα έχει διαφορετική συνεισφορά στο κόστος ανάλογα με το είδος της επιχείρησης. Για μία εταιρεία διανομών το κριτήριο της απόδοσής της σχετίζεται με την παράδοση των προϊόντων στο συντομότερο χρόνο. Το κόστος μίας τέτοιας εταιρείας θεωρείται ως συνάρτηση του κόστους διανομής και του κόστους τήρησης των αποθεμάτων. Ομως η μεγάλη συμμετοχή του κόστους τήρησης αποθεμάτων στο συνολικό κόστος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένδειξη χαμηλής απόδοσης της εταιρείας, καθώς τα προϊόντα διατηρούνται στις αποθήκες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ετσι γίνεται κατανοητό ότι η Διοίκηση θα πρέπει να διερευνά προσεκτικά τη συνεισφορά κάθε υποκατηγορίας του κόστους στη συνολική απόδοση της επιχείρησης. Εκτός από την εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα, υπάρχει και η διεθνής εφοδιαστική αλυσίδα, η οποία μπορεί να συνεπάγεται μεγάλες γεωγραφικές αποστάσεις και πολυπλοκότητα στη διαχείρισή της, η οποία οφείλεται στην εμπλοκή πολλών εθνικών αγορών. Το γεγονός αυτό αυξάνει το συνολικό κόστος της εφοδιαστικής αλυσίδας και ειδικά το κόστος δασμών και χορηγήσεων.
Η μέτρηση του συνολικού κόστους της εφοδιαστικής αλυσίδας εστιάζει στα ακόλουθα συστατικά κόστους:
- Το κόστος διανομής, που περιλαμβάνει το κόστος μεταφοράς, το κόστος φορτοεκφόρτωσης, το κόστος τήρησης αποθέματος ασφαλείας και τους δασμούς.
- Το κόστος παραγωγής, που περιλαμβάνει το εργατικό κόστος, το κόστος των μηχανών, το κόστος επανακατεργασίας, το κόστος τω υλικών, ενώ συχνά περιλαμβάνει ειδικές χρεώσεις σε εξοπλισμό και συντήρηση εξοπλισμού.
- Το κόστος των αποθεμάτων, που περιλαμβάνει το κόστος αποθεμάτων τελικών προϊόντων, α΄ υλών αλλά και ημιετοίμων (work-in-process).
- Το κόστος των αποθηκών, το οποίο λανθασμένα μπορεί να ταυτιστεί με το κόστος τήρησης αποθεμάτων, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται μόνο στα τελικά προϊόντα και σχετίζεται με τον καταμερισμό προϊόντων και τη διαχείρισή τους μεταξύ των αποθηκευτικών χώρων.
- Το κόστος δασμών και χορηγήσεων.
- Το ακαθόριστο κόστος αποτελεί κόστος που δεν εντοπίζεται και δεν μετριέται εύκολα, όπως είναι το κόστος ποιότητας, το κόστος προσαρμογής προϊόντων ή το κόστος συντονισμού.
- Τις λειτουργικές επιβαρύνσεις.
- Την ευαισθησία σε μακροπρόθεσμα κόστη: τα μακροπρόθεσμα κόστη περιλαμβάνουν την παραγωγικότητα και μεταβολές στους μισθούς, συναλλαγματικές διαφορές ή το σχεδιασμό νέων προϊόντων. Τέτοια κόστη είναι πολύ σημαντικά για τις εφοδιαστικές αλυσίδες που εξαπλώνονται σε διεθνές επίπεδο.
Η Αξιοποίηση του Εξοπλισμού
Η απόδοση της εφοδιαστικής αλυσίδας δεν θα πρέπει να εστιάζει μόνο στο αποτέλεσμα. Για παράδειγμα μία παραγωγική διαδικασία περιλαμβάνει την είσοδο των πόρων, την επεξεργασία και την έξοδο των προϊόντων, επομένως και η είσοδος της εφοδιαστικής αλυσίδας απαιτεί διερεύνηση και αξιολόγηση. Οι είσοδοι στην εφοδιαστική αλυσίδα μίας βιομηχανικής επιχείρησης περιλαμβάνουν α΄ ύλες, τον παραγωγικό εξοπλισμό, τους ανθρώπινους πόρους, την ενέργεια, τους ελεύθερους χώρους αποθήκευσης κ.λπ. Η καλύτερη απόδοση επιτυγχάνεται μέσω της καλής οργάνωσης της διαχείρισης των πόρων και της χρήσης τους με το βέλτιστο τρόπο. Είναι εύκολα κατανοητό ότι η έλλειψη α΄ υλών δεν επιτρέπει την παραγωγή προϊόντων, άρα και την ικανοποίηση του πελάτη. Από την άλλη η απόφαση για τήρηση αποθεμάτων είτε σε α΄ ύλες είτε σε τελικά προϊόντα δημιουργεί μεγάλο κόστος διαχείρισης αλλά και δέσμευσης κεφαλαίου. Τόσο η έλλειψη, όσο και ο πλεονασμός των πόρων δημιουργεί σπατάλη χρόνου και χρήματος. Είναι πολύ σημαντικό η Διοίκηση να μπορεί να καθορίσει το βέλτιστο επίπεδο των απαιτούμενων πόρων και για το λόγο αυτό πολλές επιχειρήσεις ζητούν τη βοήθεια επαγγελματιών στον καθορισμό των απαιτούμενων πόρων και στην εξασφάλιση της βέλτιστης χρήσης τους. Για τη μέτρηση της αξιοποίησης των πόρων (εργατικό δυναμικό, εξοπλισμός, ενέργεια), μία επιχείρηση μπορεί να διερευνήσει το ποσοστό πλεονασμάτων ή ελλείψεων του κάθε πόρου της εντός μίας συγκεκριμένης περιόδου. Η αξιοποίηση των πόρων είναι δείκτης αποτελεσματικότητας της επιχείρησης, καθώς η βέλτιστη εκμετάλλευση των πόρων γλιτώνει χρήμα και χρόνο, περιορίζει το μέγεθος της επιχείρησης και βελτιώνει την απόδοσή της.
Ποιοτικά Μετρήσιμα Μεγέθη
Ποιότητα
Η ποιότητα ως μέγεθος μέτρησης της απόδοσης της εφοδιαστικής αλυσίδας έχει αναγνωριστεί σε πολλές επιστημονικές δημοσιεύσεις και σε πολλές πρακτικές περιπτώσεις. Σε γενικές γραμμές, η ποιότητα είναι το στάνταρτ ενός προϊόντος που σχετίζεται με το επίπεδο ικανοποίησης του πελάτη. Επίσης, κάθε καθυστερημένη παράδοση θεωρείται αρνητικό στοιχείο από την πλευρά του πελάτη και επομένως η ποιότητα δεν σχετίζεται μόνο με το προϊόν αλλά και με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Γενικά κάθε αποτέλεσμα που επιδρά στην ικανοποίηση του πελάτη, άρα και στην επιτυχία μίας επιχείρησης ή εφοδιαστικής αλυσίδας, μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό στοιχείο ποιότητας. Προκειμένου να προσφερθούν στους πελάτες τα είδη και οι ποιότητες των προϊόντων που επιθυμούν και παράλληλα να κερδηθεί μερίδιο της αγοράς, συνήθως επιδιώκεται η μείωση του χρόνου παράδοσης και του κόστους του προϊόντος.
Η μέτρηση της ποιότητας επιτυγχάνεται μέσω μίας σειράς μετρήσιμων μεγεθών, τα οποία παρατίθενται στη συνέχεια:
- Δυσαρέσκεια του πελάτη: Σχετίζεται με την ικανοποίηση του πελάτη και μπορεί να μετρηθεί με τον αριθμό των παραπόνων πελατών που λαμβάνονται. Με το μέγεθος αυτό βέβαια εντοπίζεται μόνο ένα μέρος του προβλήματος, καθώς τα παράπονα μπορεί να μην αξιολογούνται ποιοτικά, δεν ομαδοποιούνται σε κατηγορίες, δεν καταγράφεται ο τρόπος επίλυσής τους, πολλά παράπονα δεν επιλύονται καθόλου ή δεν επιλύονται με συστηματικό τρόπο, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ο πελάτης δεν θέτει παράπονο και απλά πάει σε άλλο προμηθευτή.
- Απόκριση στο αίτημα του πελάτη: Αποτελεί το ποσοστό του χρόνου μεταξύ της παραγγελίας και της παράδοσής της στον πελάτη. Αυτός ο χρόνος μπορεί να είναι πολύ σύντομος εάν το προϊόν είναι διαθέσιμο σε απόθεμα, αν και στην πραγματικότητα εξαρτάται σημαντικά από το σχεδιασμό του δικτύου διανομής. Το μέγεθος αυτό συχνά αναφέρεται και ως χρόνος του κύκλου ζωής της παραγγελίας και περιλαμβάνει το χρόνο αντίδρασης στην παραγγελία, το χρόνο παραγωγής και το χρόνο μεταφοράς.
- Χρόνος διέλευσης παραγγελίας: Αποτελεί το χρόνο που απαιτείται από τη στιγμή που ξεκινά η παραγωγή ενός προϊόντος μέχρι τη στιγμή που ολοκληρώνεται. Ο προγραμματισμός της παραγωγής επηρεάζει σημαντικά το χρόνο αυτό, καθώς μπορεί να δημιουργηθούν αναμονές ημιετοίμων ή αναμονές διαμόρφωσης μηχανών. Το μέγεθος αυτό είναι σημαντικό για το κόστος παραγωγής. Στο πλαίσιο της εφοδιαστικής αλυσίδας μπορεί να περιλαμβάνει και χρόνους μεταφοράς μεταξύ διαδοχικών παραγωγών των προϊόντων και υπεργολάβων.
- Παράδοση στην ώρα της: Ο δείκτης αυτός καθορίζει την απόδοση της παράδοσης του προϊόντος και μπορεί να μετρηθεί ως ποσοστό των παραγγελιών που παραδόθηκαν στην ώρα τους ή πριν από τον προκαθορισμένο χρόνο.
- Ποσοστό ικανοποίησης παραγγελιών: Ο χρόνος απόκρισης στα αιτήματα του πελάτη εξαρτάται και από τη διαθεσιμότητα των προϊόντων. Για το λόγο αυτό μπορεί να μετρηθεί το ποσοστό των παραγγελιών που μπορούν να παραδοθούν άμεσα στον πελάτη από το διαθέσιμο απόθεμα προϊόντων, γεγονός που μειώνει το χρόνο απόκρισης στην παραγγελία του πελάτη και αυξάνει σημαντικά το βαθμό ικανοποίησης του πελάτη.
- Πιθανότητα έλλειψης αποθέματος: Οταν οι παραγγελίες δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από το τηρούμενο απόθεμα προϊόντων δημιουργείται έλλειψη και εκκρεμότητα της παραγγελίας, με αντίστοιχο αντίκτυπο στην ικανοποίηση του πελάτη. Στην περίπτωση που υπάρχει και έλλειψη πρώτων υλών τότε καθυστερεί η παραγωγή του προϊόντος και δεν μπορούν να επιτευχθούν οι συνήθεις χρόνοι παράδοσης. Η πιθανότητα έλλειψης αποθέματος από τον προμηθευτή ή η πιθανότητα δημιουργίας εκκρεμών παραγγελιών αποτελούν μεγέθη που επηρεάζουν την ποιότητα και χρήζουν πάντοτε διερεύνησης.
- Ακρίβεια των παραδόσεων: Η ακρίβεια στις παραδόσεις των προϊόντων αποτελεί επίσης ένα μετρήσιμο μέγεθος της ποιότητας. Ενας τέτοιος δείκτης αποτελεί το ποσοστό των σωστών παραδόσεων στους πελάτες σε σχέση με το σύνολο των παραδόσεων. Ως σωστές παραδόσεις χαρακτηρίζονται αυτές στις οποίες τα προϊόντα είναι σε συμφωνία με αυτά που ακριβώς παραγγέλθηκαν.
Ευελιξία
Υπάρχουν αρκετοί ορισμοί για την ευελιξία. Γενικά αναφέρεται στην ικανότητα ή στην προσαρμοστικότητα μίας επιχείρησης να ανταποκριθεί στην ποικιλομορφία ή στις αλλαγές. Ενα ευέλικτο σύστημα είναι σημαντικό για την απόκριση σε ειδικές απαιτήσεις αλλά και για την επίτευξη μίας ποικιλίας λειτουργικών χαρακτηριστικών. Για τη μέτρηση της ευελιξίας μπορεί αυτή να κατηγοριοποιηθεί σε χαρακτηριστικά εισόδου, επεξεργασίας, εξόδου και βελτίωσης της εφοδιαστικής αλυσίδας (Πίνακας 1), καθώς είναι ευκολότερο να διερευνηθεί κάθε κατηγορία πιο προσεκτικά και να μετρηθεί η απόδοση με πιο αναλυτικό τρόπο. Για κάθε μία από τις προαναφερθείσες κατηγορίες, παρατίθενται στη συνέχεια οι μετρήσιμοι δείκτες της ευελιξίας:
- Είσοδος - Ευελιξία εργατικού δυναμικού: Η τυποποιημένη εργασία στην παραγωγή έχει αντικατασταθεί από μηχανές και επομένως ο εργαζόμενος απαιτείται να έχει ειδικές δεξιότητες για τις εργασίες που απαιτεί η ανθρώπινη ευφυία. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν απαιτήσεις ώστε να μπορεί ο εργαζόμενος να εκτελεί πολλαπλά καθήκοντα, ο αριθμός των οποίων αποτελεί μετρήσιμο μέγεθος της ευελιξίας του.
- Είσοδος - Ευελιξία εξοπλισμού: Μία μηχανή που μπορεί να παράγει μία μεγάλη ποικιλία προϊόντων χωρίς μεγάλες επεμβάσεις (setups) είναι περισσότερο αποδοτική και κοστίζει λιγότερο η λειτουργία της. Επομένως η ευελιξία του εξοπλισμού μπορεί να μετρηθεί με τον αριθμό των διαφορετικών λειτουργιών που μπορεί να εκτελέσει χωρίς μεγάλη αναστάτωση και μεγάλες αλλαγές στην απόδοσή της.
- Επεξεργασία - Ευελιξία διαχείρισης των υλικών: Με παρόμοιο τρόπο, η ευελιξία της διαχείρισης των υλικών μπορεί να μετρηθεί με τον αριθμό των διαδρομών μεταξύ των κέντρων εργασίας σε συνδυασμό με την ποικιλία των υλικών που μπορούν να διακινηθούν στις διαδρομές αυτές χωρίς μεγάλη αναστάτωση και μεγάλες αλλαγές στην απόδοση της διαχείρισης υλικών.
- Επεξεργασία - Ευελιξία παραγωγικών φάσεων: Η ευελιξία των φάσεων παραγωγής έγκειται δυνατότητα αλλαγής των κέντρων εργασίας που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενός προϊόντος, είτε για λόγους προγραμματισμού της παραγωγής, είτε για λόγους αντιμετώπισης βλαβών. Η ευελιξία των παραγωγικών φάσεων μετριέται με τον αριθμό των προϊόντων που διαθέτουν εναλλακτικές φάσεις παραγωγής (φασεολόγια) και το εύρος της διαφοροποίησης μεταξύ των φάσεων που χρησιμοποιούνται χωρίς να προσθέτουν επιπλέον κόστος παραγωγής.
- Επεξεργασία - Ευελιξία παραγωγικής διαδικασίας: Αποτελεί τη δυνατότητα αλλαγής της αλληλουχίας των εκτελούμενων εργασιών στην παραγωγή και διαφέρει από την ευελιξία των παραγωγικών φάσεων, καθώς η δεύτερη αφορά στην αλληλουχία των κέντρων εργασίας. Η ευελιξία της παραγωγικής διαδικασίας μετριέται με τον αριθμό των προϊόντων που διαθέτουν εναλλακτικές αλληλουχίες εργασιών παραγωγής χωρίς να δημιουργείται επιπλέον κόστος παραγωγής ή μεγάλες αλλαγές στην απόδοση της παραγωγής.
- Εξοδος - Ευελιξία παραγόμενων μεγεθών: Αποτελεί δείκτη αποτελεσματικής ανταπόκρισης ενός οργανισμού στη διακύμανση της ζήτησης. Μετριέται σε μεγέθη κόστους παραγωγής ή κερδοφορίας. Ενας οργανισμός που μπορεί να αλλάξει το μέγεθος παραγωγής για μία ολόκληρη γραμμή παραγωγής είναι πιο ευέλικτος από αυτόν που μπορεί να το αλλάξει μόνο σε ένα τμήμα της παραγωγής.
- Εξοδος - Ευελιξία μίγματος προϊόντων: Το επίπεδο της ευελιξίας του μίγματος προϊόντων θα πρέπει να επιτυγχάνεται χωρίς αλλαγές στη διαμόρφωση του υφιστάμενου εξοπλισμού ή μετατροπές στο χώρο παραγωγής. Μετριέται με τον αριθμό και την ποικιλία των προϊόντων που μπορούν να παραχθούν χωρίς επιπλέον κόστος παραγωγής ή μεγάλες αλλαγές στην απόδοση της παραγωγής.
- Εξοδος - Ευελιξία παράδοσης: Αναφέρεται στην ευελιξία τροποποίησης του πλάνου των παραδόσεων για να καλυφθούν έκτακτες ανάγκες και μετριέται ως το ποσοστό του ανενεργού χρόνου με τον οποίο μειώνεται ο συνολικός χρόνος παράδοσης.
- Βελτίωση - Ευελιξία τροποποιήσεων προϊόντων: Ορίζεται ως ο αριθμός και η ποικιλία των τροποποιήσεων των προϊόντων, που επιτυγχάνεται χωρίς μεγάλη αναστάτωση και μεγάλες αλλαγές στην απόδοση της παραγωγής.
- Βελτίωση - Ευελιξία νέων προϊόντων: Μετριέται είτε ως ο χρόνος είτε ως το κόστος που απαιτείται όταν προστίθεται ένα νέο προϊόν στην υφιστάμενη παραγωγική διαδικασία. Εναλλακτικά μπορεί να μετρηθεί ως ο αριθμός και η εταιρογενικότητα των προϊόντων που μπορούν να παραχθούν χωρίς μεγάλη αναστάτωση και μεγάλες αλλαγές στην απόδοση της παραγωγής.
- Βελτίωση - Ευελιξία επεκτάσεων δραστηριοτήτων: Σχετίζεται με τις επεκτάσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό και εγκαταστάσεις που ενισχύουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μίας επιχείρησης. Μετριέται με τον αριθμό και την ποικιλία των επεκτάσεων που μπορούν να επιτευχθούν χωρίς μεγάλη αναστάτωση και μεγάλες αλλαγές στην απόδοση της επιχείρισης.
Διαφάνεια
Μία εφοδιαστική αλυσίδα αποτελείται εν γένει από προμηθευτές, παραγωγούς, διανομείς, και πελάτες που μπορεί να περιλαμβάνουν πολλά επίπεδα σε κάθε κρίκο της αλυσίδας. Ετσι παρατηρείται το φαινόμενο της μεγάλης χρονικής διάρκειας από τη στιγμή που ο πελάτης δίνει το μήνυμα για την ανάγκη αλλαγής των προδιαγραφών ενός προϊόντος μέχρι αυτό να φτάσει στην άλλη άκρη της εφοδιαστικής αλυσίδας. Αυτό δεν σημαίνει μόνο χαμένο χρόνο αλλά και πιθανότητα παραποίησης του αρχικού μηνύματος του πελάτη. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να βελτιωθεί η ποιότητα της διακινούμενης πληροφορίας, εφαρμόζοντας ένα πιο διαφανές και ανοικτό σύστημα πρόσβασης στην πληροφορία. Η σύγχρονη τεχνολογία και τα πληροφοριακά συστήματα έχουν βοηθήσει στις μέρες μας σημαντικά προς αυτήν την κατεύθυνση, αποδεικνύοντας τη σπουδαιότητα της τεχνολογίας της πληροφορικής στην ανάπτυξη εφοδιαστικών αλυσίδων. Η μέτρηση της διαφάνειας πραγματοποιείται με τον εντοπισμό του χρόνου και της ακρίβειας της διακινούμενης πληροφορίας. Ο εντοπισμός του χρόνου σχετίζεται με την άμεση μέτρηση του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για τη μεταφορά μίας νέας πληροφορίας κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Φυσικά δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στο χρόνο μεταφοράς της πληροφορίας αλλά και στο χρόνο που απαιτείται από τη στιγμή που ο σχεδιαστής αλλάζει το σχέδιο και τις προδιαγραφές του προϊόντος μέχρι τη στιγμή που το προϊόν αρχίζει να παράγεται με το νέο σχέδιο. Είναι επομένως σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός χρόνος, δεδομένου ότι πλέον ο χρόνος μεταφοράς της πληροφορίας μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι σύντομος. Οι καθυστερήσεις συνήθως εντοπίζονται σε πολύπλοκες οργανωτικές πυραμίδες που αποτρέπουν τη γρήγορη μεταφορά της πληροφορίας προς τα χαμηλότερα επίπεδα (τους εργαζόμενους της παραγωγής στο συγκεκριμένο παράδειγμα). Από την άλλη, η μέτρηση της ακρίβειας μπορεί να επιτευχθεί μέσω της σύγκρισης του σχεδιασμού ή των τεχνικών προδιαγραφών με το προϊόν που τελικά παράγεται. Η ποσοτικοποίηση αυτού του μεγέθους μπορεί να γίνει με τη μέτρηση του ποσοστού των λάθος προϊόντων που παράγονται μετά την αλλαγή της τεχνικής προδιαγραφής τους.
Εμπιστοσύνη
Η εμπιστοσύνη μεταφράζεται στην αξιοπιστία και στη συνέπεια μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών της εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς τα στοιχεία αυτά είναι που χτίζουν τις μακροχρόνιες σχέσεις των μερών. Παρ’ όλα αυτά δεν συνηθίζεται να διερευνάται η εφοδιαστική αλυσίδα για θέματα εμπιστοσύνης. Είναι βέβαια πολύ σημαντικό να υπάρχει μία καλή σχέση μεταξύ των μερών της εφοδιαστικής αλυσίδας καθώς υπάρχει στενή εξάρτηση μεταξύ τους: ο προμηθευτής θα πρέπει να παρέχει καλής ποιότητας α΄ ύλη προκειμένου ο παραγωγός να δημιουργεί σταθερής ποιότητας προϊόντα που θα ικανοποιούν τους πελάτες. Πρέπει επομένως τα μέλη της εφοδιαστικής αλυσίδας να παρέχουν συνεπή και αξιόπιστα προϊόντα και υπηρεσίες σε ολόκληρο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η εμπιστοσύνη είναι μία έννοια, μία ιδέα. Η προσέγγιση για τη βελτίωση της αξιοπιστίας μεταξύ δύο μερών και την οικοδόμηση της μακροχρόνιας σχέσης τους θα μπορούσε να είναι η «κοινή χρήση», συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης του κινδύνου και της πληροφορίας. Για παράδειγμα μόλις προκύψει το παραμικρό πρόβλημα υποχρεούνται όλοι να ενημερώνουν τα υπόλοιπα μέλη της αλυσίδας προκειμένου να βρίσκεται η καλύτερη δυνατή λύση στο συντομότερο χρονικό διάστημα με τη συμμετοχή όλων, ελαχιστοποιώντας έτσι τον κίνδυνο για διεύρυνση του προβλήματος.
Η συνέπεια αποτελεί ένα μετρήσιμο μέγεθος για την εφοδιαστική αλυσίδα. Ο παραγωγός στηρίζεται στη συνέπεια του προμηθευτή, ο μεταπωλητής στηρίζεται στη συνέπεια του παραγωγού και ο πελάτης στηρίζεται στη συνέπεια του διανομέα για την παράδοση των προϊόντων. Η μέτρηση της συνέπειας πραγματοποιείται με το ποσοστό καθυστερημένων ή λάθος παραδόσεων στον επόμενο κρίκο της αλυσίδας, που οδηγεί τελικά σε ασυνεπή εφοδιασμό και ροή των αγαθών και υπηρεσιών στην αλυσίδα αυτή. Οι καθυστερημένες παραδόσεις μετρώνται με το χρόνο καθυστέρησης, ενώ οι λάθος παραδόσεις με τον αριθμό των επιστροφών.
Η εμπιστοσύνη εξαρτάται άμεσα και από την πληροφορία που μοιράζονται τα μέρη της εφοδιαστικής αλυσίδας και επομένως η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ τους μπορεί να βελτιωθεί μέσω της γρήγορης και ακριβούς πληροφόρησης που παρέχει το κάθε μέρος στα υπόλοιπα μέρη της αλυσίδας.
Καινοτομικότητα
Στο συνεχώς μεταβαλλόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον, η καινοτομικότητα είναι απαραίτητη, αλλά συνήθως οι προσπάθειες προσθήκης ενός τέτοιου χαρακτηριστικού στις εφοδιαστικές αλυσίδες είναι ένα πρόβλημα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων είναι έντονος και επομένως είναι απαραίτητο να έχουν κάποιο συγκριτικό πλεονέκτημα που αναγνωρίζεται εύκολα από τους πελάτες. Η καινοτομία είναι ο σημαντικότερος τρόπος για την επίτευξη της επιθυμητής εξειδίκευσης, ακόμα και για τις παραδοσιακές βιομηχανικές επιχειρήσεις. Ακόμα και σε μία εφοδιαστική αλυσίδα με πολλά επίπεδα παραγωγών και διανομέων, ένα καινοτόμο προϊόν ή υπηρεσία μπορεί να βοηθήσει ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα να εξειδικευτεί ή ακόμα και να εξερευνήσει νέες επιχειρηματικές περιοχές. Ενα τέτοιο παράδειγμα μπορεί να ειπωθεί ότι είναι η εταιρεία IBM και η εταιρεία Microsoft. Η πρώτη ήταν η μεγαλύτερη εταιρεία του κλάδου της πληροφορικής του εικοστού αιώνα με τη μεγαλύτερη παραγωγή ηλεκτρονικών υπολογιστών, χωρίς όμως μεγάλη έρευνα σε θέματα προϊόντων λογισμικού και υπηρεσιών. Η δεύτερη χρησιμοποίησε νέες μεθόδους διοίκησης και ανέπτυξε νέα προϊόντα λογισμικού τα οποία αποτέλεσαν το ξεκίνημα για τη διαμόρφωση της ηγετικής θέσης της στην αγορά.
Η έννοια της καινοτομικότητας δεν είναι αρκετά σαφής για να μπορέσει να μετρηθεί. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν δύο πτυχές της που χρήζουν διερεύνησης προκειμένου να αποτελέσουν μετρήσιμα μεγέθη. Το πρώτο είναι το λανσάρισμα νέων προϊόντων. Μία εταιρεία που λανσάρει περιοδικά καινοτόμα προϊόντα, ανεξάρτητα με την επιτυχία ή όχι των προϊόντων αυτών στην αγορά, διαθέτει ένα μεγάλο βαθμό προβολής και επίσης υποστηρίζεται στο να γίνει δημοσίως γνωστή και να διαφημιστεί. Στην περίπτωση αυτή η καινοτομία μπορεί να αποδειχθεί σημαντική. Ετσι μπορούμε να συγκρίνουμε τον αριθμό των προϊόντων που λανσάρει μία εταιρεία σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε σχέση με δύο γνωστές εταιρείες ή εφοδιαστικές αλυσίδες. Εναλλακτικά μπορούμε να μετρήσουμε για μία συγκεκριμένη εφοδιαστική αλυσίδα την αποδοχή ενός καινοτόμου προϊόντος στην αγορά ως ποσοστό των πωλήσεων αυτού του προϊόντος σε σύγκριση με το σύνολο των πωλήσεων σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Το δεύτερο μέγεθος για τη μέτρηση της καινοτομικότητας είναι η νέα χρήση της τεχνολογίας που περιλαμβάνει τόσο τη νέα τεχνολογία όσο και νέες μεθόδους διοίκησης. Η καινοτομικότητα δεν εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που παράγονται και πωλούνται, αλλά επίσης και σε νέες μεθόδους διοίκησης ή στρατηγικής, που εν γένει βοηθούν στη βελτίωση της αποδοτικότητας μίας επιχείρησης ή της εφοδιαστικής αλυσίδας. Επειδή οι νέες τεχνολογίες είναι δύσκολο να μετρηθούν άμεσα, μπορεί να μετρηθεί το ποσοστό αύξησης της αποδοτικότητας, που μεταφράζεται στο ποσοστό μείωσης του χρόνου που απαιτείται για την παραγωγή και διάθεση του ίδιου προϊόντος.
Συμπεράσματα
Η διοίκηση της εφοδιαστικής αλυσίδας στις μέρες μας αφορά όλες τις επιχειρήσεις. Μία εφοδιαστική αλυσίδα θα πρέπει να προσφέρει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα στους πελάτες. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, μία αποτελεσματική εφοδιαστική αλυσίδα βοηθά στο να αποκτηθούν νέοι πελάτες και να βελτιωθεί το επίπεδο εξυπηρέτησης των πελατών. Η αποτελεσματικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας στηρίζεται στην απόδοσή της, η μέτρηση της οποίας μπορεί να τυποποιηθεί, ανεξάρτητα με την ξεχωριστή βαρύτητα που δίνουν οι διάφορες επιχειρήσεις στους επιμέρους δείκτες μέτρησης της απόδοσης. Θα πρέπει να αποφεύγονται παρερμηνείες και παρανοήσεις του τύπου ότι η απόδοση της εφοδιαστικής αλυσίδας μετριέται με βάση μόνο το κόστος. Αν και το κόστος σχετίζεται άμεσα με το κέρδος και μπορεί να μετρηθεί με σχετική ευκολία, αποτελεί απλά ένα συστατικό της συνολικής αξιολόγησης της απόδοσης της εφοδιαστικής αλυσίδας. Στην πραγματικότητα, μία επιχείρηση θα πρέπει κυρίως να δίνει βάρος στον πελάτη, ενώ το κόστος δεν σχετίζεται άμεσα με τους πελάτες. Για παράδειγμα οι πελάτες δεν επωφελούνται άμεσα από μία μείωση του κόστους που επιτυγχάνει μία επιχείρηση, καθώς η επιχείρηση συνήθως πρώτα αποκομίζει οφέλη από τη μείωση του κόστους και μετά μειώνει τις τιμές των προϊόντων της (εάν τις μειώνει). Στις μέρες μας, οι περισσότερες παραγωγικές - και όχι μόνο - επιχειρήσεις δίνουν έμφαση στην ποιότητα, όμως παρ’ όλα αυτά στην εφοδιαστική αλυσίδα δεν έχει επεκταθεί η έννοια της ποιότητας. Η ποιότητα, όπως και άλλα μεγέθη, χαρακτηρίζονται ως ποιοτικά και λανθασμένα δεν θεωρούνται μετρήσιμα ή αν θεωρούνται η ποσοτικοποίησή τους δεν τυγχάνει κοινής αποδοχής. Στο συγκεκριμένο άρθρο δόθηκαν επτά κατηγορίες δεικτών μέτρησης απόδοσης, δύο ποσοτικές (κόστος και εκμετάλλευση πόρων) που γίνονται εύκολα κατανοητές από αριθμητικά μεγέθη, καθώς και πέντε ποιοτικές (ποιότητα, ευελιξία, διαφάνεια, εμπιστοσύνη και καινοτομικότητα) που αποτελούν έννοιες και ιδέες τις οποίες οι άνθρωποι κρίνουν υποκειμενικά. Για το λόγο αυτό και για την τυποποίηση των μεγεθών αυτών δόθηκαν ορισμένοι τρόποι μέτρησής τους.
Προκειμένου να επιτευχθεί βελτιωμένη απόδοση της εφοδιαστικής αλυσίδας και να οδηγηθούμε πιο κοντά στην επίτευξη του απατηλού στόχου της βελτιστοποίησης της εφοδιαστικής αλυσίδας, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν μελέτες μέτρησης της απόδοσης και βελτίωσης σε όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Το σύνολο των συμμετεχόντων σε μία εφοδιαστική αλυσίδα θα πρέπει να διαθέτει κοινούς στόχους, όπως είναι η ικανοποίηση του πελάτη σε όλο το μήκος της αλυσίδας και η βελτιωμένη ανταγωνιστικότητα. Ενα σύστημα μέτρησης απόδοσης της εφοδιαστικής αλυσίδας θα πρέπει να αφορά το σύνολο αυτής και να είναι πλήρες, χωρίς να αγνοούνται ειδικά θέματα απόδοσης σε κάθε κρίκο της αλυσίδας, ενώ θα πρέπει να προσαρμόζεται κατάλληλα στις ιδιαίτερες απαιτήσεις των συμμετεχόντων.
Του κ. Σωτήρη Γκαγιαλή, Ερευνητή ΕΜΠ, Σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών, Τομέας Βιομηχανικής Διοίκησης & Επιχειρησιακής Eρευνας



