Κυριακή, 12 Απρίλιος 2009 23:00
Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους υδατικούς πόρους είναι μία αρκετά σύνθετη όσο και απρόβλεπτη διαδικασία. Καταστάσεις που θα ενταθούν λόγω της αλλαγής του κλίματος, όπως η έλλειψη νερού, οι πλημμύρες με τις συνεπακόλουθες καταστροφές, η τήξη των παγετώνων, από τους οποίους τροφοδοτούνται με νερό εκατομμύρια άνθρωποι, η καταστροφή καλλιεργήσιμων εκτάσεων λόγω λειψυδρίας με όλα όσα αυτή συνεπάγεται για την παραγωγή τροφίμων, αναμένεται να επιδεινώσουν τις συνθήκες ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Το νερό είναι ένα πολύτιμο κοινωνικό αγαθό και η χρόνια έλλειψή του σε πολλές περιοχές του πλανήτη συντηρεί απαράδεκτες για τον 21ο αιώνα καταστάσεις, τις οποίες βιώνουν συνάνθρωποί μας κάτοικοι αυτών των περιοχών. Οι αριθμοί είναι εφιαλτικοί, καθώς 1,1 δισ. άνθρωποι δεν έχουν εξασφαλισμένη πρόσβαση σε πόσιμο νερό, 2,4 δισ. άτομα κινδυνεύουν από την έλλειψη βασικών προϋποθέσεων υγιεινής, ενώ το νερό αποτελεί αιτία συγκρούσεων (Συρία - Τουρκία, Παλαιστίνη -Ισραήλ), αλλά και ανθρωπιστικών καταστροφών, π.χ. Νταρφούρ. Οι υδατικοί πόροι δέχονται πιέσεις λόγω της αύξησης της ζήτησης του νερού αφενός και λόγω της ρύπανσής του αφετέρου, με πολλαπλές συνέπειες όπως υποβάθμιση της ποιότητας του νερού, καταστροφή οικοσυστημάτων, απώλεια της βιοποικιλότητας.
Η λειψυδρία και η ξηρασία έχουν πλέον αναχθεί σε μείζον πρόβλημα, που η αλλαγή του κλίματος αναμένεται να το επιδεινώσει. Την τελευταία τριακονταετία, ο αριθμός και η ένταση των κρουσμάτων ξηρασίας στις χώρες της ΕΕ αυξήθηκε με ραγδαίους ρυθμούς. Ο αριθμός των περιοχών και των κατοίκων που επλήγησαν από ξηρασία αυξήθηκε κατά 20% περίπου μεταξύ του 1976 και του 2006. Ένα από τα πλέον εκτεταμένα φαινόμενα ξηρασίας παρατηρήθηκε το 2003, στη διάρκεια της οποίας επλήγησαν περισσότεροι από Ι 00 εκατομμύρια κάτοικοι, καθώς και το ένα τρίτο της επικράτειας της ΕΕ. Το κόστος των ζημιών στην ευρωπαϊκή οικονομία ήταν τουλάχιστον 8,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Το συνολικό κόστος των φαινομένων ξηρασίας την τελευταία τριακονταετία ανέρχεται σε Ι 00 δισεκατομμύρια ευρώ.
Αναγκαίες δράσεις
Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών. Συστηματική ενημέρωση του κοινού για την ανάγκη εξοικονόμησης νερού ύδρευσης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Η εξοικονόμηση νερού συνεπάγεται και την εξοικονόμηση ενέργειας, δεδομένου ότι η άντληση, η μεταφορά και η επεξεργασία του νερού έχουν υψηλό ενεργειακό κόστος
Πληροφόρηση του κοινού και συμμετοχή στη διαβούλευση όπως προβλέπεται από το άρθρο 14 της Οδηγίας 2000/60.
Συστηματική και συντονισμένη προσπάθεια συντήρησης και βελτίωσης της λειτουργίας των δικτύων ύδρευσης από τις ΔΕΥΑ, ώστε να περιοριστούν οι απώλειες νερού ύδρευσης που σε πολλές πόλεις μπορεί να φτάσει ακόμα και το 40% του καταναλισκόμενου νερού.
Μέτρα για τη λειψυδρία με τη διαχείριση της ζήτηση
Η επαναχρησιμοποίηση του νερού στη βιομηχανία είναι μεγάλης σημασίας, καθώς σήμερα το νερό που χρησιμοποιεί μια βιομηχανία παροχεύεται ανεπεξέργαστο σε φυσικούς αποδέκτες (ποτάμια, λίμνες κλπ.), προκαλώντας τη ρύπανσή τους, ενώ είναι δυνατό να επαναχρησιμοποιηθεί ακόμη και τριάντα φορές ύστερα από τον απαραίτητο καθαρισμό του.
Ενίσχυση της υδατικής έρευνας.
Μέτρα για την άρδευση
Πρακτικά μέτρα εξοικονόμησης νερού, με καλύτερη διαχείριση ή νέες τεχνολογίες, εξειδικευμένα για κάθε περιοχή, για τα οποία υπεύθυνες πρέπει να είναι οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Υδάτων.
Συστηματικές δράσεις ενημέρωσης των αγροτών, σε συνεργασία και με τους ΟΤΑ και τις λοιπές Υπηρεσίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Περιορισμός των απωλειών των δικτύων και άμεσες και στοχευμένες παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών σε νερό διαφόρων περιοχών.
Η Οδηγία 2000/60
Η Οδηγία - Πλαίσιο για τα Νερά (2000/60), με κύριο άξονα την περιβαλλοντική διάσταση του νερού εκτιμά ότι: «Το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν, όπως όλα τα άλλα, αλλά αποτελεί κληρονομιά που πρέπει να προστατεύεται και να τυγχάνει της κατάλληλης μεταχείρισης».
Καινοτομία της Οδηγίας αποτελεί η ανάκτηση του κόστους των υπηρεσιών ύδατος, δηλαδή η κοστολόγηση του νερού, ώστε να μπορεί να ανακτηθεί η δαπάνη κατασκευής έργων και υπηρεσιών που απαιτούνται για την παραγωγή του. Στόχος είναι να βελτιωθεί, από άποψη σύστασης, ποσότητας και ποιότητας, η κατάσταση των υδάτων της Ευρώπης έως το 2015. Η Οδηγία συνεκτιμά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τις χρήσεις του νερού, στη βάση της αρχής ο «ρυπαίνων πληρώνει».
Ιδιαιτέρως σημαντικό, τέλος, είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των στόχων της Οδηγίας, το οποίο αποτελεί πρόκληση για τα κράτη - μέλη. Είναι δεσμευτικό, απαιτεί εγρήγορση και πολλές παράλληλες δράσεις. Τα πρώτα 9 χρόνια από την ψήφισή της είναι προπαρασκευαστικά, προκειμένου να δημιουργηθούν στο κράτη οι κατάλληλες διοικητικές και λοιπές υποδομές.
Η χαμηλή προτεραιότητα που δίνεται μέχρι σήμερα στην υπόθεση του νερού και της διαχείρισής του, η αντίδραση των εκπροσώπων των οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων που συνδέονται με το υπάρχον σύστημα διαχείρισης του νερού και η αδράνεια της ελληνικής διοίκησης στη θεσμοθέτηση και την εφαρμογή των προβλέψεων της Οδηγίας στην Ελλάδα, είχαν ως συνέπεια τη σημαντική καθυστέρηση στην εφαρμογή των διατάξεών της με βάση το χρονοδιάγραμμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η Ελλάδα έχει ανταποκριθεί στο Άρθρο 3 της Οδηγίας, που αφορά στον καθορισμό των υδατικών διαμερισμάτων, τη θεσμοθέτηση των φορέων διαχείρισης και την ένταξη των λεκανών στο υδατικά διαμερίσματα, αν και στο τελευταίο σημείο κατά τρόπο που ενδεχομένως χρήζει αναθεώρησης.
Η σοβαρότερη καθυστέρηση αφορά στην εφαρμογή του Άρθρου 5, το οποίο περιλαμβάνει τον προσδιορισμό των υδάτινων σωμάτων ανά κατηγορίες και τύπους, την ανάλυση και περιγραφή των χαρακτηριστικών των λεκανών απορροής, την εκτίμηση των πιέσεων και ανάλυση επιπτώσεων, τον προκαταρκτικό χαρακτηρισμό των ιδιαιτέρως τροποποιημένων υδάτινων σωμάτων, το χαρακτηρισμό των υδάτινων (επιφανειακών, υπογείων, παράκτιων και μεταβατικών) σωμάτων, την αξιολόγηση του κινδύνου μη επίτευξης των στόχων της Οδηγίας και την προκαταρκτική οικονομική ανάλυση. Για το έργο αυτό, το οποίο έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί το Μάρτιο του 2005, έχουν γίνει κάποιες χρήσιμες, μεθοδολογικού χαρακτήρα, διερευνήσεις, ωστόσο δεν έχει ακόμα αρχίσει η ουσιαστική υλοποίηση.
Καθυστέρηση σημειώνεται και στην εφαρμογή του Άρθρου 8, που αφορά στην κατάστρωση των προγραμμάτων εποπτικής, λειτουργικής και διερευνητικής παρακολούθησης (monitoring) των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών των υδάτινων σωμάτων, τα οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν τον τεκμηριωμένο προσδιορισμό των θέσεων δειγματοληψίας, των μετρούμενων βιολογικών και χημικών παραμέτρων και των συχνοτήτων αναλύσεων. Βάσει του χρονοδιαγράμματος το έργο έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί στο τέλος του 2006, ώστε από το 2007 να είναι δυνατό να τεθούν σε λειτουργία τα προγράμματα παρακολούθησης. Στη χώρα μας η αντίστοιχη εργασία δεν έχει ακόμα αρχίσει.
Τα προγράμματα παρακολούθησης που βρίσκονται σε λειτουργία από διάφορους φορείς είναι αποσπασματικά, συχνά επικαλυπτόμενα και ελλιπή ως προς τις θέσεις, τη συχνότητα και τις μετρούμενες παραμέτρους (αξίζει να επισημανθούν οι πάρα πολύ σοβαρές ελλείψεις σε ό,τι αφορά βιολογικές παραμέτρους και χημικές ουσίες προτεραιότητας). Κατά συνέπεια, η ενοποίηση και συμπλήρωσή τους, στο πνεύμα των διατάξεων της Οδηγίας θα απαιτήσει σημαντική προσπάθεια και αξιόλογο χρόνο.
Το νερό ως συστατικό της αναπτυξιακής διαδικασίας
Το νερό, εκτός από την περιβαλλοντική και κοινωνική του διάσταση έχει και έντονη αναπτυξιακή διάσταση, καθώς καθορίζει τη δυνατότητα ή την αδυναμία επέκτασης των παραγωγικών δραστηριοτήτων, προσδιορίζοντας πολλές φορές και αυτήν την αποδοτικότητά τους. Με τη σειρά του, το νερό, ως οικονομικό αγαθό, για να παραχθεί χρειάζεται την πραγματοποίηση επενδύσεων. Από τις επενδύσεις αξιοποίησης των υδατικών πόρων προκύπτουν άμεσα και έμμεσα κοινωνικοοικονομικά οφέλη, ενώ εμμέσως ενισχύεται η απασχόληση και τα εισοδήματα.
Η κατάσταση των υδάτων επηρεάζεται από επιλογές και πολιτικές που αφορούν στα ακόλουθα: διαχείριση υγρών αποβλήτων (αστικά και βιομηχανικά), διαχείριση στερεών και επικινδύνων αποβλήτων, αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, γεωργική πολιτική, δασική πολιτική, χωροταξική και τουριστική πολιτική.
Σε πολλές περιπτώσεις γίνεται χωροθέτηση υδροβόρων δραστηριοτήτων σε άνυδρες περιοχές. Όταν αυτές συνοδεύονται επιπροσθέτως από γενικότερη στενότητα αναπτυξιακών πόρων και από αυξημένη εξάρτηση από μία και μόνο οικονομική δραστηριότητα (πχ τον τουρισμό), τότε δημιουργούνται σοβαρά αδιέξοδα, που οδηγούν σε υποβάθμιση και παρακμή. Σε περιοχές με ιδιαίτερα προβλήματα επάρκειας ή κακοδιαχείρισης των υδατικών πόρων, όπου η ανεπάρκεια των πόρων αυτών θέτει σε κίνδυνο την τοπική ανάπτυξη και την αποτελεσματική εφαρμογή αναπτυξιακής πολιτικής, είναι επιτακτική η ανάγκη συντονισμού χωροταξικής πολιτικής και πολιτικής υδατικών πόρων.
Ρύπανση - υποβάθμιση
Οι αρνητικές πιέσεις που δέχονται τα νερά στη χώρα μας μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Κύριες πηγές ρύπανσης και μόλυνσης κατά περίπτωση αποτελούν αφενός μεν οι γεωργικές δραστηριότητες (λόγω της συχνά εντατικής και μη ορθολογικής χρήσης λιπασμάτων, εντομοκτόνων, ζιζανιοκτόνων, κλπ.), αφετέρου δε τα αστικά λύματα και τα βιομηχανικά απόβλητα. Αν και τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια σημαντική βελτίωση με την κατασκευή πολλών εγκαταστάσεων επεξεργασίας αστικών λυμάτων, εντούτοις υπάρχουν κραυγαλέες περιπτώσεις οικολογικής υποβάθμισης υδάτινων σωμάτων, όπως ο Ασωπός ποταμός, ο Κηφισός, η λίμνη Κορώνεια, άλλες λίμνες και ποτάμια της χώρας.
- Οι υπόγειοι υδατικοί πόροι που βρίσκονται σε παράκτιες περιοχές έχουν υποστεί σε σημαντικό βαθμό υφαλμύρινση λόγω διείσδυσης του θαλάσσιου νερού.
- Μεγάλες λίμνες, κοντά σε οικιστικές περιοχές, έχουν ήδη υποστεί υποβάθμιση της ποιότητας των νερών τους, ενώ το ίδιο συμβαίνει και σε πολλά υδατορέματα. Τα νερά εξάλλου της Βόρειας Ελλάδας επιβαρύνονται με τη ρύπανση που μεταφέρεται από τις ανάντη χώρες.
- Ειδικότερα, οι περιοχές που βρίσκονται στον άξονα Θεσσαλονίκη - Αθήνα - Πάτρα, λόγω της συγκέντρωσης πληθυσμού και δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με τα περιορισμένα αποθέματα νερού που παρουσιάζουν, έχουν το πιο οξυμένο πρόβλημα σχετικά με την ποιότητα του νερού.






